
Ανάμεσα στις νέες κυκλοφορίες του φετινού φθινοπώρου, δύο ταινίες τράβηξαν τα περισσότερα βλέμματα. Ως κοινό στοιχείο είχαν, ένα “δυνατό” όνομα πίσω από την κάμερα, ένα ακόμα τέτοιο μπροστά από αυτή, αλλά και, όσον αφορά στη θεματολογία, μια κριτική – με πολύ διαφορετικό τρόπο – στην ανεξέλεγκτα αμοραλιστική εξουσία του σήμερα. Πολ Τόμας Άντερσον με Λεονάρντο ντι Κάπριο (και Σον Πεν) από τη μία, ο Λάνθιμος με τη μόνιμη μούσα του, Έμα Στόουν, από την άλλη. Για να δούμε αν κατόρθωσαν να δικαιώσουν τις υψηλές προσδοκίες τους.
Μια μάχη μετά την άλλη (One Battle After Another) – Περιπέτεια δράσης, 161΄
Σκηνοθεσία: Paul Thomas Anderson
Σενάριο: Paul Thomas Anderson & Thomas Pynchon
Πρωταγωνιστούν: Leonardo DiCaprio, Teyana Taylor, Regina Hall, Sean Penn
Δεκαέξι χρόνια μετά από μια προδοσία που οδήγησε στην καταστροφή τους, τα απομεινάρια μιας επαναστατικής ομάδας αναγκάζονται να συγκεντρωθούν ξανά για να αντιμετωπίσουν έναν παλιό εχθρό

Μια ιδιαίτερη ταινία, με ένα σκηνοθέτη σαν τον Πολ Τόμας Άντερσον που μας έχει δώσει ουκ ολίγα διαπιστευτήρια, και ένα καστ που συνδυάζει σπουδαία και καταξιωμένα ονόματα με ανερχόμενους νέους ηθοποιούς, σαν αλλαγή φρουράς. Το σενάριο ξεκινά με αρκετές πολιτικές αναφορές, γύρω από θέματα που αφορούν άμεσα τις ΗΠΑ υπό το σημερινό καθεστώς Τραμπ: ακραίος ρατσισμός, σκληρές αντιμεταναστευτικές πολιτικές, όρια μεταξύ “επαναστατών” και “τρομοκρατών”, διεφθαρμένοι ανώτεροι αξιωματούχοι, προδοσία και δωσιλογισμός… Ωστόσο, οι αναφορές αυτές πρακτικά περιορίζονται στο πρώτο τρίτο της ταινίας, και στη συνέχεια λειτουργούν σχεδόν αποκλειστικά ως το background για μια περιπέτεια δράσης γύρω από μια ιστορία προσωπικής εκδίκησης, οικογενειακής επανένωσης και παλιών “αμαρτημάτων” που αναβιώνουν.
Αναμφίβολα η αλλαγή πορείας που περιγράφεται παραπάνω μπορεί να χαρακτηριστεί απογοητευτική, αυτό ωστόσο δε σημαίνει πως ακυρώνει οποιαδήποτε αξία της ταινίας. Πέρα από τα σημαντικά και άκρως επίκαιρα μηνύματα πολιτικοκοινωνικής φύσης, η ταινία αποτελεί μια πολύ διασκεδαστική περιπέτεια που κυλά πολύ ευχάριστα παρά τη μεγάλη διάρκεια. Ο Ντι Κάπριο παίζει μια πιο γερασμένη παραλλαγή των κλασικών ρόλων του, κινούμενος σε ένα μοτίβο ιδεαλιστή επαναστάτη που κατέληξε στις καταχρήσεις και την εγκατάλειψη, με παρόμοιο τρόπο που του ταιριάζει “γάντι”. Ο Σον Πεν είναι απολαυστικός στον καλογραμμένο ρόλο του φανατικού ρατσιστή, αλλά υποκριτή, στρατηγού που προσπαθεί να εξολοθρεύσει τους επαναστάτες για προσωπικούς λόγους, παρά από ιδεολογία, ενώ οι νέες ηθοποιοί που υποδύονται τις δύο γυναίκες – κλειδιά της ιστορίας, την επαναστάτισσα πρώην σύντροφο του Ντι Κάπριο και την κόρη τους, στέκονται περίφημα πλάι στα ιερά τέρατα με τα οποία συμπρωταγωνιστούν.
Συμπερασματικά, πρόκειται για ένα εγχείρημα που σε αφήνει με την αίσθηση ότι ως ιδέα έμεινε στη μέση, ότι μπορούσε και καλύτερα, αλλά παρόλα αυτά εκμεταλλεύεται την αδιαμφισβήτητη ποιότητα του δημιουργού και των πρωταγωνιστών του για να είναι μια ταινία που βλέπεται πολύ ευχάριστα, έχει ορισμένες σκηνές δράσης, χιούμορ και συγκίνησης που χαράζονται στη μνήμη, και δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα κενά και αδυναμίες. Αριστούργημα όχι, αλλά ποιοτική σίγουρα. 7/10.
Bugonia – Μαύρη κωμωδία φαντασίας, 118΄
Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος
Σενάριο: Will Tracy & Jang Joon-hwan
Πρωταγωνιστούν: Emma Stone, Jesse Plemons, Aidan Delbis
Δύο νέοι, παρασυρμένοι από θεωρίες συνωμοσίας, απαγάγουν τη CEO μιας πανίσχυρης φαρμακοβιομηχανίας, πιστεύοντας πως πρόκειται για μέλος φυλής εξωγήινων που επιζητούν την υποδούλωση και τον αφανισμό του ανθρώπινου είδους
Ο Λάνθιμος είχε ήδη θίξει, αλληγορικά έστω, το ζήτημα του σύγχρονου ακραίου καπιταλισμού και των ολέθριων συνεπειών του στους ανθρώπους, τις κοινωνίες και τον πλανήτη γενικότερα, ωστόσο στη Βουγονία αυτό γίνεται το κεντρικό θέμα του σεναρίου, με εκπρόσωπο τη μόνιμη, πια, μούσα του σκηνοθέτη Έμα Στόουν, στο ρόλο μιας τυπικής αριβίστριας CEO μιας μεγάλης αμερικανικής φαρμακευτικής. Ο Τζέσε Πλέμονς, που τείνει να γίνει επίσης μόνιμος λανθιμικός πρωταγωνιστής, εκπροσωπεί το αντίπαλο δέος, που ωστόσο δεν είναι παρά η άλλη όψη του νομίσματος, έναν διαταραγμένο, βουτηγμένο στις θεωρίες συνωμοσίας εργαζόμενο, ο οποίος, απελπισμένος και βυθισμένος σε ένα δικό του κόσμο, έρχεται να συγκρουστεί με τον πιο ανορθόδοξο τρόπο με το κατεστημένο.
Η δίχως αμφιβολία πιο “mainstream” ταινία του Λάνθιμου, μαζί με την καλλιτεχνικά και φωτογραφικά αρτιότατη αλλά ρηχή σεναριακά Ευνοούμενη, είναι ταυτόχρονα και η πιο ολοκληρωμένη του. Αποφεύγω το χαρακτηρισμό “η καλύτερη”, καθώς μας έχει παρουσιάσει πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες, οι περισσότερες αξιόλογες, ωστόσο είναι αυτή που επιτυγχάνει επιτέλους την ιδανική ισορροπία μεταξύ των ιδιοτροπιών του Λάνθιμου και μιας συμβατικής αφήγησης. Η Ευνοούμενη είχε ροπή προς το δεύτερο, οι Ιστορίες Καλοσύνης σαφώς προς το πρώτο, το εξαιρετικό Poor Things πλησίασε πολύ, αλλά και πάλι ορισμένες πιο ακραίες σκηνές του προκάλεσαν ανάμικτα συναισθήματα σε μερίδα του κοινοού.
Η Βουγονία, από την άλλη, στηρίζεται σε μια ιδέα απλούστατη αλλά ευφυέστατη, μια εξέλιξη της πλοκής που δεν παρεκκλίνει δευτερόλεπτο από την εν λόγω ιδέα, ωστόσο έχει μπόλικες ανατροπές, σουρεαλισμό σε τυπικό στιλ Λάνθιμου, σκηνοθεσία, διάλογοι και μεστές ερμηνείες από ηθοποιούς με τους οποίους συνεργάζεται χρόνια, και μια επίκαιρη, γεμάτη εξαιρετικό μαύρο χιούμορ και γλυκόπικρη γεύση επίθεση στον ακραίο καπιταλισμό, την ακραία ατομικότητα και τη ροπή προς τις θεωρίες συνωμοσίας. Κινηματογραφικά θυμίζει έντονα Τέρι Γκίλιαμ, με μια ιδέα από Κιούμπρικ και 1-2 σκηνές καρτουνίστικης βίας που θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτίουν φόρο τιμής στον Ταραντίνο.
Αν και η προαναφερθείσα στροφή προς τη συμβατικότητα μπορεί να ξενίσει τους πιο σκληροπυρηνικούς φαν του Λάνθιμου, συνιστώ ανεπιφύλακτα την ταινία, ένα ιδιοφυές εγχείρημα χωρίς κανένα εμφανές ψεγάδι, και την προκρίνω, αν και πολύ νωρίς, στα φαβορί των φετινών Όσκαρ. 8/10.







