Ακόμα μια πρόσφατη ταινία με πολλές γυναικείες παρουσίες στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, η νέα ταινία του Στιβ ΜακΚουίν (12 Χρόνια Σκλάβος) έχει λίγο από έγκλημα, λίγο από πολιτική, λίγο από ρατσισμό και σεξισμό, λίγο από κοινωνικό δράμα. Λίγο απ΄όλα.
Widows (2018) – Δράμα/περιπέτεια, 130΄
Σκηνοθεσία: Steve McQueen
Σενάριο: Gillian Flynn & Steve McQueen
Πρωταγωνιστούν: Viola Davis, Michelle Rodriguez, Colin Farrell, Daniel Kaluuya
Όταν οι εγκληματίες σύζυγοι σκοτώνονται μετά από μια αποτυχημένη ληστεία, οι χήρες τους υποχρεώνονται να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να συνεχίσουν το έργο που άφησαν πίσω.
Έχουμε δει σε αρκετές ταινίες να σχηματίζεται μια ομάδα, ετερόκλητων συνήθως, ανθρώπων και να σχεδιάζουν μια μεγάλη ληστεία, για δικούς του λόγους και με τα δικά του κίνητρα ο καθένας. Εδώ, ωστόσο, η ομάδα αυτή είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη: πρόκειται για τις χήρες των νεκρών, πια, μελών μιας μεγάλης συμμορίας.
Επικεφαλής και εμπνευστής του σχεδίου τίθεται μια δυναμική αφροαμερικανή γυναίκα (Davis), η οποία δέχεται απειλές από έναν αρχιμαφιόζο της περιοχής, ο οποίος θεωρεί πως ο αποθανών σύζυγός της είχε κλέψει ένα μεγάλο ποσό που ανήκε σ΄αυτόν. Ο μαφιόζος αυτός, παράλληλα, επιθυμεί να “νομιμοποιήσει” τις δουλειές του και διεκδικεί καριέρα στην πολιτική, έχοντας ως αντίπαλό του το γόνο μιας παραδοσιακής πολιτικής οικογένειας της κοινότητας, ο οποίος κι αυτός εμπλέκεται με κάποιον τρόπο στη ληστεία!

Αν και επιφανειακά πρόκειται για heist film (ταινία με επίκεντρο μια ληστεία), ο πανέξυπνος και ταλαντούχος ΜακΚουίν βρίσκει την ευκαιρία να θίξει ουκ ολίγα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Οι χήρες, όχι τυχαία προφανώς, προέρχονται από εθνικές μειονότητες, και τόσο ο μισογυνισμός όσο και ο ρατσισμός που αντιμετωπίζουν υπάρχουν διάχυτα στο σενάριο, αν και δεν περνούν ποτέ στο προσκήνιο. Η πολιτική διαφθορά, τα παρασκηνιακά παιχνίδια και η παρείσφρηση εγκληματικών στοιχείων στα κοινά του τόπου επίσης περνούν από το μικροσκόπιο του σεναρίου και στηλιτεύονται. Το φινάλε θυμίζει κάτι από Κουέντιν Ταραντίνο και δίνει μια ωραία τελική πινελιά στο συνολικό αποτέλεσμα.
Επιστρατεύοντας ένα diverse ensemble καστ με πολλά μεγάλα ονόματα όλων των φυλών και ηλικιών (Viola Davis, Daniel Kaluuya, Michelle Rodriguez, Liam Neeson, Robert Duvall και άλλοι/ες), ο ΜακΚουίν παίρνει ακριβώς αυτό που θέλει: στιβαρές, πρωτοκλασάτες ερμηνείες οι οποίες επενδύουν ιδανικά το πανέξυπνο, πολυδιάστατο σενάριο. Καθώς θίγει τόσα θέματα προσπαθώντας ταυτόχρονα να εξελίξει μια ανεξάρτητη πλοκή, η ταινία αναπόφευκτα θυμίζει λαβύρινθο σε κάποιο σημείο και “χάνεσαι” εύκολα αν δεν την παρακολουθήσεις με προσοχή. Στο τέλος όμως οι επιμέρους ιστορίες “δένουν” μεταξύ τους, το ενδιαφέρον και η αγωνία φτάνουν στο κατακόρυφο και οι ανατροπές προσθέτουν το στοιχείο του απρόβλεπτου.

Όπως έγραψα και στην αρχή, εξάλλου, αυτή η ταινία τα έχει όλα και είναι λίγο απ΄όλα. Δράμα, περιπέτεια, crime film, ποτισμένη από χιούμορ, δράση, συγκίνηση, κοινωνική κριτική και σασπένς. Προφανώς, όταν θέλεις να τα πετύχεις όλα αυτά σε 120 λεπτά ταινίας, κάτι θα χάσεις, και πράγματι το βασικότερο μειονέκτημα της ταινίας είναι πως αμφιταλαντεύεται και εναλλάσσεται συνεχώς μεταξύ διαφορετικών ιστοριών και νοημάτων. Ευτυχώς αυτό δεν ξενίζει ιδιαίτερα το θεατή καθώς οι όποιες διαφορές κι απορίες λύνονται όσο εξελίσσεται η πλοκή.
Λιτή, απέριττη και άρτια από καλλιτεχνικής πλευράς η σκηνοθεσία του ΜακΚουίν, αποδεικνύει περίτρανα πως ο σκηνοθέτης του 12 Χρόνια Σκλάβος έχει πολλά να προσφέρει στην τέχνη και αποδεικνύεται πρωτοπόρος στο συγκεκριμένο επάγγελμα για την Αφροαμερικανική κοινότητα, μαζί με τον Barry Jenkins (Moonlight) και, φυσικά, παλιές καραβάνες όπως ο Σπάικ Λι. Σε τούτο το έργο ο 50χρονος σκηνοθέτης προσφέρει μια ταινία που τα κάνει όλα και συμφέρει, είναι για όλα τα γούστα και υπόσχεται να μην αφήσει κανένα παραπονεμένο. Δε φτάνει στα επίπεδα του 12 Χρόνια Σκλάβος, δεν αποτελεί αριστούργημα, αλλά εξελίσσει με πρωτότυπο τρόπο ένα δοκιμασμένο είδος και σίγουρα αξίζει.








